ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11-07-10
Πώς η οικοδομική ανάπτυξη μπορεί να διοχετεύεται σε πολεοδομικά χρήσιμα έργα με σημαντική κοινωνική ωφέλεια
Tου Αριστειδη Γ. Ρωμανου*
Το υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής εξήγγειλε μια σειρά από έργα και ρυθμίσεις για την πρωτεύουσα που παρουσιάστηκαν με τίτλο «Αθήνα 2014». Μια προφανής επίκληση του εμβληματικού έτους των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, που μοιάζει όμως να αγνοεί τα καίρια διδάγματα τής τότε προσπάθειας και χάνει την ουσία της. Αλλωστε οι εξαγγελίες οφείλουν να πάρουν τη μορφή συγκροτημένου προγράμματος κι αυτό απαιτεί ένα κατάλληλο σενάριο.
Η ελληνική πολεοδομία έχει παύσει, από το μεσοπόλεμο, να σχεδιάζει το μέλλον των πόλεων. Απλώς τρέχει πίσω από τα προβλήματα, αναβάλλει τη λύση τους και γιγαντώνει έτσι διαρκώς την προβληματική κληρονομιά του μέλλοντος.
Ετσι κάθε πρωτοεμφανιζόμενη -στην πραγματικότητα επανεμφανιζόμενη- κυβέρνηση αυτοσχεδιάζει για να δώσει άμεσες απαντήσεις στα πιεστικά καθημερινά προβλήματα συνήθως με νομοθετικές ρυθμίσεις είτε με παρεμβάσεις επιπέδου Δημοτικής Αρχής, από άποψη δαπάνης και σημασίας, και αφήνει κατά μέρος τα δύσκολα, δηλαδή τα θεμελιώδη έργα υποδομής και πνοής που βελτιώνουν ουσιαστικά το σύνολο της πόλης.
Η πολύπλευρη κρίση της χώρας μας υποχρεώνει να αντιμετωπίσουμε την ανάπτυξη με οπτική μακροπρόθεσμη, και τούτο αφορά και την πολεοδομική εξέλιξη. Καίριο ζήτημα που μοιάζει να αποσιωπάται είναι ο ισχυρός δεσμός των πολεοδομικών έργων με την οικοδομική δραστηριότητα και συνεπώς με την οικονομική ανάπτυξη. Δεσμός που ίσως έχουμε λησμονήσει εξαιτίας του περιορισμού των πολεοδομικών «παρεμβάσεων» σε μικρο-αναπλάσεις, πεζοδρομήσεις, φυτεύσεις, παγκάκια και τραπεζάκια. Στην πραγματικότητα ο πολεοδομικός σχεδιασμός, μέσα από τη σχέση του με την οικοδομική δραστηριότητα, μπορεί να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό την ίδια την εξέλιξη της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.
Βέβαια η αναφορά στην οικοδομική δραστηριότητα αποτελεί ανάθεμα για ορισμένους, πράγμα αναμενόμενο: σε μια χώρα που τα πάντα ιδεολογικοποιούνται, η οικοδομή έχει οδηγήσει σε συγκρούσεις (βλέπε τη διαμάχη αν είναι ή όχι παραγωγική δραστηριότητα), που γίνονται εντονότερες σε εποχές στενότητας. Σήμερα το ζήτημα τείνει να πολωθεί ανάμεσα στους φορείς της οικοδομικής δραστηριότητας (εργολάβους, ιδιοκτήτες, κτηματομεσίτες, μηχανικούς) που αντικρούουν τα περιοριστικά μέτρα (παράδειγμα οι αντιδράσεις για το πόθεν έσχες) και σε ένα τμήμα φανατικών οικολόγων που αντιμετωπίζουν την οικοδομική δραστηριότητα, ιδίως την εκτός σχεδίου, αποκλειστικά ως αιτία αλλοίωσης του φυσικού περιβάλλοντος και προσβλέπουν στην κρίση ως ευνοϊκή ευκαιρία ριζικού περιορισμού της δόμησης.
Αλλά δεν είναι καιρός για συγκρούσεις, είναι καιρός για συνθέσεις. Οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η οικοδομή: α) είναι μια από τις κινητήριες δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας με θετικές δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλους τομείς, β) ότι από απληστία έχει καταστεί σε μεγάλο βαθμό εχθρός της καλής πολεοδομίας και εργαλείο επιδείνωσης του αστικού και, περισσότερο, του εξω-αστικού περιβάλλοντος, γ) ότι έχει συγκεντρώσει πόρους της παραοικονομίας και γιγαντώθηκε χάρις εν πολλοίς στο μαύρο χρήμα.
Το συμπέρασμα από τις παραπάνω παραδοχές δεν είναι: «με αφορμή την κρίση τέρμα στην οικοδομή και στροφή σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες» (ποιες άραγε;). Δεν είναι η οικοδόμηση το κακό. Το κακό σχετίζεται με το πού, πόσο, πώς, και για τι χρήση οικοδομούμε, κι ακόμα με τι χρήμα και με τι κόστος. Για να βελτιωθεί συνεπώς η οικονομική και κοινωνική απόδοση της επένδυσης στην οικοδομή, απαιτείται η επανασύνδεσή της με την καλή πολεοδομία: όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικοδομικής δραστηριότητας πρέπει να διοχετεύεται σε ορθά σχεδιασμένες, με πολεοδομικά και περιβαλλοντικά κριτήρια, περιοχές. Ακόμα και η εφαρμογή της πράσινης ανάπτυξης δεν επιτυγχάνεται μόνο με ενσωμάτωση νέων μορφών ενέργειας στην οικοδομή, αλλά πρωτίστως με ένταξη της τελευταίας σε σχεδιασμένα πολεοδομικά πλαίσια.
Προϋπόθεση για ένα υγιή πολεοδομικό σχεδιασμό είναι η σύσταση ενός ισχυρού μηχανισμού που θα σχεδιάζει μακροπρόθεσμα τη μελλοντική ανάπτυξη των πόλεων δίνοντας έμφαση στην ελεγχόμενη διοχέτευση ιδιωτικών επενδύσεων σε στρατηγικής σημασίας πολεοδομικές παρεμβάσεις.
Οι εξαγγελίες του ΥΠΕΚΑ
Η ανυπαρξία ενός τέτοιου μηχανισμού (έστω κι αν αυτό δεν ομολογείται επισήμως) είναι η αιτία που, παρά τις καλές προθέσεις, οι εξαγγελθείσες παρεμβάσεις του ΥΠΕΚΑ για την Αττική παραμένουν μια ασύνδετη σειρά από έργα και ρυθμίσεις που δεν συντίθενται σε ένα συγκροτημένο σύνολο.
Αλλά και η παρουσίαση των εξαγγελιών με τίτλο «Αθήνα 2014», σε μια προφανή επίκληση του εμβληματικού έτους των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, μοιάζει πως χάνει την ουσία και το καίριο δίδαγμα των Αγώνων: ότι το επίτευγμα τής τότε προσπάθειας ήταν η έγκαιρη προετοιμασία της διοργάνωσης (σε αντίθεση προς το όλο εγχείρημα, που μας άφησε ένα μάλλον αρνητικό ισοζύγιο). Η τήρηση των ποιοτικών προδιαγραφών και των χρονικών περιορισμών των έργων (τα οικονομικά μας ξέφυγαν) οφείλεται σε ένα στόχο-ορόσημο στον οποίο εντάχθηκαν όλα τα έργα, μια οραματική ομπρέλα που κάλυψε κρατικό μηχανισμό, πολιτικές δυνάμεις, αγορά και μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου και τέλος τη διεθνή δέσμευση της πολιτείας (βλέπε ανελέητο έλεγχο της ελληνικής διοίκησης από την Οργανωτική Επιτροπή και τη ΔΟΕ). Φαίνεται ότι χωρίς δέσμευση αδυνατούμε να δράσουμε αποτελεσματικά, κάτι που παραπέμπει στην επικαιρότητα.
Υποθέτω πως θέλουμε να μετατρέψουμε τις κάπως μαξιμαλιστικές εξαγγελίες για την Αττική σε ένα συγκροτημένο και ρεαλιστικό πρόγραμμα πολεοδομικών έργων με προοπτικές υλοποίησης. Θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε την ως άνω δοκιμασμένη πρακτική των Αγώνων, αποφεύγοντας τα αρνητικά τους. Θα συγκροτούσαμε ένα πρόγραμμα με έργα προφανούς κοινωνικής ωφέλειας και άλλα που θα αποτελούσαν την ατμομηχανή που θα εξασφάλιζε την υλοποίηση τόσο των ίδιων όσο και των πρώτων. Θα ελέγχαμε το πρόγραμμα στο σύνολό του με κριτήρια οικονομικής βιωσιμότητας. Και θα φροντίζαμε η επιλογή των έργων να υπαχθεί σε μια κεντρική οραματική ιδέα, όχι ετεροπροσδιορισμένη (όπως των Αγώνων), αλλά συνειδητά υιοθετημένη, ώστε να τύχει της μέγιστης δυνατής κοινωνικής νομιμοποίησης.
Αλλο μεγαλεπήβολο και άλλο μεγάλο
Το σενάριο της Διεθνούς Εκθεσης Κατοικίας προσφέρει: νέο νόημα σε πολλά από τα πολεοδομικά έργα που εμφανίζονται ως αποκομμένα και αυθαίρετα, κίνητρα στην οικοδομική δραστηριότητα για διοχέτευσή της σε κοινωνικά και πολεοδομικά ωφέλιμους στόχους, δέσμευση του πολιτικού, διοικητικού, επιχειρηματικού και τεχνικού παράγοντα σε ένα εθνικό σχέδιο, εγγύηση για την έγκαιρη ολοκλήρωση του προγράμματος, βολικό χρονικό προγραμματισμό (μελετάμε στην περίοδο των ισχνών αγελάδων, πραγματοποιούμε όταν έρθουν οι παχιές - θα έρθουν κάποτε), υγιείς οικονομικές αρχές (ιδιωτικές επενδύσεις σε ανωδομές και υποδομές, δημόσιος έλεγχος και καθοδήγηση). Τέλος, καθιερώνει την πρωτεύουσα ως εξαιρετικό τουριστικό προορισμό με ένα τρόπο ποιοτικότερο, μακροβιότερο και ηθικότερο από ό,τι συμβόλιζαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Τα παραπάνω ίσως ξενίσουν ως μεγαλεπήβολα. Αλλο όμως μεγαλεπήβολο και άλλο μεγάλο. Μάλλον πρέπει να συνηθίσουμε γρήγορα στην ιδέα πως μπήκαμε σε περίοδο που χρειάζεται να συλλαμβάνουμε και να πραγματοποιούμε μεγάλα. Θα απαιτηθεί ασφαλώς να ενισχυθεί το οπλοστάσιο των ιδεών μας, να τονωθεί το ηθικό μας και να ξαναθυμηθούμε ότι η οικοδομική, ανάπτυξη μπορεί να διοχετεύεται σε πολεοδομικά χρήσιμα έργα με σημαντική κοινωνική ωφέλεια.
Το «όχημα» για την υλοποίηση της ιδέας
Το ζήτημα της κατοικίας είναι η ιδέα που προτείνεται, για τη σημερινή πραγματικότητα. Τομέας όπου η ελληνική κοινωνία είχε σημειώσει διαχρονικά σημαντικά επιτεύγματα, που στην πλειονότητά τους έχουν μείνει χωρίς αξιολόγηση και ανάδειξη από εμάς τους ίδιους (καταφέραμε να απαξιώσουμε ακόμα και την αυτοστέγαση και την αντιπαροχή χάρις στις οποίες πραγματοποιήθηκε η μεταπολεμική στεγαστική αποκατάσταση). Τις τελευταίες δεκαετίες όμως η κατοικία μάς απασχόλησε μόνο από τη σκοπιά του real estate, ενώ το στεγαστικό πρόβλημα, με την έννοια του ευρύτερου στεγαστικού περιβάλλοντος, σημειώνει, για το μεγαλύτερο μέρος του αστικού πληθυσμού, συνεχή επιδείνωση. Η υποβάθμιση στις κεντρικές γειτονιές, τα φαινόμενα Rachmanism1 και Nimbyism2 στην κατοικία των μεταναστών, η εξάπλωση της κατοικίας στις εκτός σχεδίου περιοχές, η εξαγωγή της εμπορευματικής πολυκατοικίας στα προάστια, είναι ενδείξεις πως ήρθε ο καιρός να ασχοληθεί και πάλι η ελληνική κοινωνία με το θέμα της κατοικίας, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής - για να ξαναθυμηθούμε άλλη μια ξεχασμένη έννοια που αποκτά και πάλι επικαιρότητα.
Διεθνής Εκθεση Κατοικίας
Ως όχημα για την υλοποίηση της ιδέας προτείνεται η οργάνωση μιας Διεθνούς Εκθεσης Κατοικίας για το 2020. Στο διάστημα που μεσολαβεί η Αθήνα καλείται να πραγματοποιήσει μια μεγάλη οικιστική και συνάμα πολεοδομική αναβάθμιση την οποία θα προβάλει στον κόσμο.
Οι εκθέσεις κατοικίας είναι οικοδομικές εκθέσεις. Τα εκθέματά τους δεν είναι μουσειακά, αλλά πραγματοποιημένα οικιστικά συγκροτήματα. Βάσει πολεοδομικού σχεδίου εγκεκριμένου από την πόλη κατασκευαστικές εταιρείες επενδύουν στην ανέγερση συγκροτημάτων οργανωμένης δόμησης, διαθέτοντας στη συνέχεια τα ακίνητα στην ελεύθερη αγορά. Προϊόν αρχιτεκτονικών διαγωνισμών τα κτιριακά σύνολα ενσωματώνουν τεχνολογικές επινοήσεις και αναζωογονούν ολόκληρες περιοχές. Αποτελούν γεγονότα σημαντικά για τον κόσμο της οικοδομικής επιχείρησης, της αρχιτεκτονικής, της Πολεοδομίας, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των οικοδομικών υλικών και της κτηματαγοράς. Δέχονται επισκέπτες όχι μόνο στη διάρκεια των εγκαινίων και μετά, αλλά και καθ’ όλη την περίοδο της υλοποίησης των «εκθεμάτων». Αξιοσημείωτη ιστορία οικοδομικών εκθέσεων έχει η Γερμανία, ειδικότερα το Βερολίνο: IBA (Ιnternationale Bauausstellung, 1979-1987) και Interbau Berlin (ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης γειτονιάς Hansaviertel, l957).
Πυρήνα της Διεθνούς Εκθεσης Κατοικίας θα αποτελέσει η υλοποίηση της εύστοχης πρότασης του Στέφανου Μάνου για ανάπτυξη αστικής κατοικίας στα όρια του Μητροπολιτικού Πάρκου του Ελληνικού ως αντάλλαγμα σε απαλλοτριούμενα ακίνητα για τη δημιουργία σημαντικών πάρκων στην πυκνοδομημένη Αθήνα. Το προϊόν και όφελος για την πόλη είναι τετραπλό: δημιουργία ενός ρεαλιστικού Μητροπολιτικού Πάρκου του Ελληνικού, δημιουργία σημαντικών χώρων πρασίνου εκεί ακριβώς που ο λιγότερο ευνοημένος πληθυσμός το έχει μεγαλύτερη ανάγκη, ανάπλαση πυκνοδομημένων οικοδομικών τετραγώνων, δημιουργία ενός μοναδικού προαστίου δίπλα στο γκολφ της Γλυφάδας. Το σύνθετο τούτο πλαίσιο μπορεί να ενσωματώσει και άλλα ζητούμενα της αθηναϊκής Πολεοδομίας, όπως ένα πρότυπο συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας /κατοικίας μεταναστών σε κεντρική περιοχή, μια πιλοτική πράσινη γειτονιά με έμφαση στα αυτόνομα ενεργειακά συστήματα, την ανάπλαση μιας περιοχής με ιστορικό κτιριακό κεφάλαιο. Και άλλα εκκρεμή έργα, όπως το Διεθνές Συνεδριακό Κέντρο του Φαλήρου (αν δεν θα έχει υλοποιηθεί μέχρι τότε, πράγμα όχι απίθανο!) ή το Διεθνές Εκθεσιακό Κέντρο στο Μητροπολιτικό Πάρκο.
Τα έργα που θα ενταχθούν στη Διεθνή Εκθεση θα δώσουν δουλειά σε ένα ευρύ φάσμα επενδυτικών και κατασκευαστικών εταιρειών (μεγάλης και μεσαίας κλίμακας στο Μητροπολιτικό Πάρκο, μικρότερης στις αναπλάσεις των κεντρικών περιοχών) και η απαραίτητη ρυθμιστική λειτουργία ενός δημόσιου διαχειριστικού οργανισμού θα εξασφαλίσει την εξισορροπητική διοχέτευση μέρους των εισροών από τις παρεμβάσεις στη γη υψηλής απόδοσης στις αναγκαίες ενισχύσεις των καθαρά κοινωφελών έργων.
Οι μελέτες των οικιστικών συγκροτημάτων και δημόσιων χώρων θα εκπονηθούν ύστερα από αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Η συμμετοχή διεθνώς γνωστών αρχιτεκτόνων θα αποτελέσει εξαιρετικά θετικό παράγοντα marketing και θα γεννήσει ένα έντονο αρχιτεκτονικό-πολεοδομικό τουρισμό ήδη από την έναρξη των εργασιών.
1 Peter Rachman. Πολωνικής καταγωγής ιδιοκτήτης ακινήτων στο Λονδίνο, διάσημος για την απίστευτη εκμετάλλευση των ενοικιαστών -κυρίως μεταναστών από την Καραϊβική- τους οποίους στοίβαζε στα ημι-εγκαταλειμμένα διαμερίσματα του Notting Hill με ανεξέλεγκτα μισθώματα.
2 ΝΙΜΒΥ. Ακρωνύμιο των λέξεων not in my back yard (όχι στη δική μου αυλή), που δηλώνει την αντίθεση των κατοίκων ενός τόπου στη χωροθέτηση χρήσεων γης που θεωρούνται οχλούσες.
* Ο κ. Α. Γ. Ρωμανός, είναι αρχιτέκτων, πολεοδόμος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου